Η ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ
Όρισα να ανταμωθώ τόν εαυτό μου χρόνια μακρυά
χωρίς χιτώνα θλίψης και το γκρίζο σύννεφο
νά μέ κατατρέχει
Νύχτα μέ πανσέληνο νά κρατήσω στά χέρια τό νέο μου πρόσωπο
καί σάν αυτόν πού διάβηκε άβυσσο
γυρνώντας πίσω μέ δέος νά δώ
Καιροί πού πέρασαν πρίν πρώτη φορά νά υπάρξω
χρόνια ακράτητα ίσα κάτω στά σφάλματα μου
ίσα πάνω στόν ουρανό
Όρισα χρόνια μακρυά νά σαρκωθώ τή φύση μου
καί τά διαλείματα τής δοκιμασίας, οι ώρες τής ανυπαρξίας
έρωτες αυτοί μικροί,ανυπολόγιστοι.
