loader image

ΤΑ ΑΝΕΙΠΩΤΑ (ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979-1984) Χρίστος Τσιαμούλης (αρχεία ήχου)

 

Α.      ΣΠΟΡΟΣ ΣΙΝΑΠΕΩΣ

 

Και νά που τώρα η αλήθεια μέσα μου άλλαξε ροή

και τά σκυφτά τα πρόσωπα της φαντασίας μου

έβαλαν όνομα και φορεσιά καινούργια.

 

Τώρα ιστορίες που πάγωσαν και πέτρωσαν σέ δάσος παλαιολιθικό

μοιάζουν τα παλιά οράματα μου

όπως και τούτες οι ιστορίες οι τωρινές

έτσι θα μοιάσουν κάποια ώρα

γιά να περάσουν και να διαβούν

 

καί νικητής στό τέλος να φανερωθεί

ο σπόρος ο αρχαίος που ξεχάστηκε

και χρόνια τώρα μέσα μου σαλεύει

τό Άγιο φώς που ξεχυλίζει αθανασία

τό μόνο φώς αληθινό, το πρόσωπο Σου.

 

 

Β.         ΕΣΟΠΤΡΟ

 

Πώς μυστική μου φωνή να σέ πώ

πού τη ζωή μου κυβερνάς ασυλόγιστα

καί οδηγείς μέ ίλιγγο στό γύρο τού θανάτου

 

Κρυφή μου πνοή καί θολέ μου καθρέφτη

μέ ποιές λέξεις να σέ παγιδέψω

σέ τί περίτεχνο εκμαγείο νά σέ βάλω

γιά νά σού δώσω σχήμα καί μορφή

 

Επιτέλους νά σ αντικρύσω αόρατη

πού τήν ψυχή μου δεσποτικά εξουσιάζεις

κι ανέμους ευωδιάζεις βαθειά τά σωθικά.

 

Στό θέλημα σου κόλησα τήν πνοή μου

καί σ αφουγκράστηκα στήν κάθε μου στιγμή

πάντα τήν ανάδυση σου προσμένοντας

νά κολυμπήσω στά βαθειά νερά τής νοσταλγίας σου.

 

Πώς σέ φοβάμαι καί πώς σέ λατρεύω

τού πιό βαθύ μου εαυτού, η πιό βαθειά φωνή

σάν μέ τσακίζεις στής μοναξιάς μου τήν ξέρα

σάν μέ σηκώνεις ώς τήν πλήρη πληρωμή.

 

 

Γ.         ΤΑ ΑΝΕΙΠΩΤΑ

 

Στό κοχύλι τής θάλασσας μυστικά εψιθύρισα

γιά το πώς κάθε νύχτα τό λευκό περιστέρι

μού χαράζει τό στέρνο ανεξίτηλα

 

μα αυτό ξαναγύρισε μαζί μέ τά κύματα

τά λόγια μου πίσω

τήν πληγή μου αφήνοντας

σάν τό δάκρυ νά τρέχει ανεξάντλητα.

 

Έτσι πέφτει η νύχτα

τά γυμνά μου τά στήθη αφήνοντας ξέσκεπα

στού φωτός τό πλησίασμα

πού σέ μέρη μέ φέρνει απροσπέλαστα

 

καί στών άστρων τό πέρασμα το κρυφό οδηγούμαι

γιά νά δώ καί να ακούσω

τών Αγίων τά λόγια καί Αγγέλων φτερούγισμα

νά νοιώσω τά ανείπωτα θαύματα.

 

 

Δ.          ΜΕΘΕΞΗ

 

Στιγμούλα πώς μ ακούμπησε σοφά

κι ανάβλυσε η κρυφή πηγή

πού γύρευε απ τά υπόγεια δώματα

ν ανέβει στό φώς καί νά φωνάξει.

 

Μέσα απ τή μικρή σχισμάδα

πού προκάλεσε  το αόρατο δάκρυ

χώρεσε και μπήκε στό στενάχωρο σπιτάκι τής καρδιάς μου

τής Αγάπης η γλυκειά παράκληση.

 

Το φώς,στρατιές απειθάρχητες συγκίνησης πού κατακλύζουν

κι ασφυκτιούν τά λόγια

αυτά πού χρόνια χάραζα καί λάξευα μέ πείσμα

σκυλιά νά ρίξω στή μάχη μέ τ Άναρθρο.

 

Ω Λόγε αχώρητε, ποιός λόγος νά σέ χωρέσει.

 

 

Ε.    ΕΞΟΔΟΣ

 

Μετά τού φωτός τήν ανάληψη, πού γιά λίγο

σάν όνειρο μέσα σου στάθηκε καί συνταιριάστηκες τ Άπειρο

οσμίσου καχύποπτα τόν επερχόμενο κάματο

καί πρόφτασε

ώς τών κρυφών στοχασμών σου τά απώτατα βάθη

ζωντανό νά κρατήσεις τών χρωμάτων καί τών ήχων

τό μέγα έλεος.

 

Χρίστος Τσιαμούλης